
Αποκλειστική συνέντευξη στη Δέσποινα Δημότση, Τεύχος 56 Μάιος 2025.
Ο Δημήτρης Ιωακειμίδης γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Βόλο, αλλά η διαδρομή του τον οδήγησε σε πολλές διαφορετικές πόλεις και ρόλους. Το 2000 μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει Οδοντιατρική στο ΑΠΘ, και αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του, εργάστηκε για λίγο στην Αθήνα και τον Βόλο. Το 2010, μαζί με τον σύντροφό του, έφυγαν από την Ελλάδα για την Ολλανδία, όπου συνέχισαν να εργάζονται ως οδοντίατροι. Τα πρώτα χρόνια έζησε στο Groningen και από το 2014 βρίσκεται στη Χάγη, όπου σήμερα είναι υπεύθυνος της οδοντιατρικής κλινικής επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου HMC Westeinde.
Η άλλη του ταυτότητα είναι αυτή του Jo Di. Από μικρός είχε μια έμφυτη περιέργεια για τη γραφιστική, τη δημοσιογραφία και την ανάλυση δεδομένων, ασχολούμενος ερασιτεχνικά με τη συλλογή και οπτικοποίηση πληροφοριών. Το 2013, ξεκίνησε το Jo Di Graphics, έναν ανεξάρτητο διαδικτυακό χώρο που συνδυάζει πολιτική σάτιρα, ερευνητική δημοσιογραφία και οπτική απεικόνιση δεδομένων. Μέσα από memes, βίντεο, infographics και άρθρα, σχολιάζει την πολιτική, κοινωνική και οικονομική επικαιρότητα, δίνοντας έμφαση στη διαφθορά, την κρατική αυθαιρεσία και τις διεθνείς εξελίξεις. Η δράση αυτή, αν και ξεκίνησε ως χόμπι, γρήγορα απέκτησε απήχηση και έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ανεξάρτητα εγχειρήματα πολιτικής σάτιρας στον ελληνόφωνο κόσμο.
Από το 2015 και μετά, η δράση του επεκτάθηκε ευρέως στα κοινωνικά δίκτυα, με περιόδους έντονης παραγωγής περιεχομένου αλλά και διαλείμματα που συχνά αποδεικνύονταν προσωρινά. Η ανάγκη να σχολιάσει και να αναδείξει όσα συμβαίνουν – είτε μέσα από χιουμοριστικά memes, είτε μέσα από πιο σοβαρές έρευνες – αποδεικνύεται πάντα ισχυρότερη. Παράλληλα, έχει ασχοληθεί με ερευνητική δημοσιογραφία, τη δημιουργία αγγλόφωνου περιεχομένου για τη διεθνή κοινότητα, καθώς και την οργάνωση διαδικτυακών εκστρατειών. Η πολιτική σάτιρα, για αυτόν, δεν είναι απλά ένα δημιουργικό μέσο έκφρασης – είναι ένας τρόπος αντίστασης απέναντι στην προπαγάνδα, τη χειραγώγηση και την κανονικοποίηση της αδικίας.

ΔΔ: Ως οδοντίατρος πως πήρατε την απόφαση να μετακομίσετε στο εξωτερικό; Ήταν οι συνθήκες εργασίας που έχουμε στην Ελλάδα ή οι αποδοχές που έπαιξαν σημαντικότερο ρόλο στην απόφασή σας αυτή.
Jo Di: Η απόφαση να φύγω από την Ελλάδα δεν ήταν στιγμιαία. Ήταν το αποτέλεσμα μιας εσωτερικής διεργασίας χρόνων, μιας απογοήτευσης που συσσωρευόταν σιωπηλά. Δεν έφυγα επειδή δεν αγαπούσα τη χώρα – το αντίθετο. Ακριβώς επειδή την αγαπούσα, με πονούσε να τη βλέπω να μετατρέπεται σε ένα τοξικό περιβάλλον για νέους επαγγελματίες. Στην οδοντιατρική – όπως και σε πολλούς άλλους τομείς – κυριαρχούσε μια στρεβλή λογική, όπου η αξιοκρατία ήταν σπάνιο φαινόμενο και το πλαίσιο εργασίας εξαντλητικό και επισφαλές. Επίσης εκείνη την περίοδο που έφυγα, ήταν μόλις είχε έρθει το πρώτο μνημόνιο στην Ελλάδα και το μέλλον της χώρας προδιαγραφόταν πολύ μαύρο. Αλλά δεν ήταν μόνο θέμα αποδοχών, ήταν κυρίως το αίσθημα ότι δεν έχεις χώρο να ανθίσεις, να δημιουργήσεις, να εξελιχθείς. Η Ολλανδία μου έδωσε ακριβώς αυτό: χώρο. Να είμαι επαγγελματίας χωρίς να πρέπει να συμβιβαστώ με το ελάχιστο ή να παλέψω με τη μετριότητα.
ΔΔ: Θα ήθελα να μας πείτε λίγα λόγια για τα εργασιακά γενικά στην Ολλανδία. Πόσο εύκολο είναι για κάποιον να επιλέξει την συγκεκριμένη χώρα και ποια ίσως αρνητικά μπορεί να αντιμετωπίσει εκεί.
Jo Di: Η Ολλανδία είναι μια χώρα δομημένη γύρω από την έννοια της λειτουργικότητας. Όταν πας εκεί, αντιλαμβάνεσαι ότι η κοινωνία βασίζεται σε ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης, συνέπειας και προβλεψιμότητας – έννοιες που στην Ελλάδα συνήθως τις γράφουμε με πολύ μικρά γράμματα. Η καθημερινότητα οργανώνεται καλύτερα, οι επαγγελματικές σχέσεις είναι καθαρές, η γραφειοκρατία λιγότερο βασανιστική, και η ιδέα ότι αξίζεις ένα καλό work-life balance δεν είναι πολυτέλεια αλλά αυτονόητο δικαίωμα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι όλα είναι ρόδινα. Ο ξένος κουβαλάει πάντα την ταυτότητά του – και με αυτήν, τα εμπόδια. Η γλώσσα, ο πολιτισμικός κώδικας, η ψυχρότητα που υπάρχει κάποιες φορές στις ανθρώπινες σχέσεις, μπορεί να λειτουργήσουν αποξενωτικά. Και επίσης, χρειάζεται χρόνος και επιμονή για να ενταχθείς επαγγελματικά. Δεν σε περιμένει κανείς με ανοιχτές αγκάλες – αλλά αν αποδείξεις την αξία σου, σε αναγνωρίζουν χωρίς προκατάληψη.
ΔΔ: Ο “Jo Di” ως ιδέα ξεκίνησε πρώτα στο γραφιστικό κομμάτι και μετά επεκτάθηκε και στα υπόλοιπα; Θέλω να πω, έχετε σπουδάσει και γραφιστική για να δημιουργήσετε όλα αυτά που βλέπουμε εμείς κατά καιρούς;
Jo Di: Όχι, δεν έχω σπουδάσει γραφιστική. Ό,τι βλέπετε έχει προκύψει μέσα από αυτοδίδακτη πορεία 20 και ετών, δοκιμές, λάθη, ξενύχτια και ατελείωτες ώρες μπροστά από μια οθόνη. Ο “Jo Di” ξεκίνησε ως ένα προσωπικό καταφύγιο – ένας τρόπος να εκφράσω τη δυσφορία, τον θυμό, την αγάπη και την αγωνία μου μέσα από εικόνα και λέξη. Η αισθητική ήταν πάντα σημαντική για μένα, όχι ως στολίδι, αλλά ως εργαλείο – γιατί πολλές φορές ο τρόπος που λες κάτι είναι εξίσου σημαντικός με αυτό που λες. Η εικόνα ήρθε για να ενισχύσει το περιεχόμενο, όχι για να το καλύψει. Και έτσι προέκυψε αυτό το υβρίδιο: πολιτική τοποθέτηση με καλλιτεχνική ελευθερία, γραφιστική με κοινωνικό βάθος.
ΔΔ: Η σάτιρα ειδικά στα θέματα διαφθοράς είναι ένα κομμάτι που ζητάει ο κόσμος αλλά δεν το «βρίσκει» όπως το θέλει. Ποιο κομμάτι θεωρείτε εσείς ότι λείπει (το οποίο ίσως να μην καλύπτουν οι παρούσες σατυρικές εκπομπές).
Jo Di: Αυτό που λείπει είναι η συνέπεια και η ειλικρίνεια. Στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει τη σάτιρα ως εκτόνωση – κάτι που γελάς μαζί του για λίγο, πριν επιστρέψεις στην καθημερινή αδικία. Οι περισσότερες σατιρικές εκπομπές – με εξαιρέσεις βέβαια – αποφεύγουν να πάνε “μέχρι το κόκκαλο”. Κάνουν εύκολα σχόλια για πρόσωπα, αλλά σπάνια αγγίζουν δομές. Αποφεύγουν τα “βαθιά νερά” που θα τους φέρουν αντιμέτωπους με πραγματικούς κινδύνους ή συμφέροντα. Η σάτιρα, για μένα, δεν είναι απλώς χιούμορ – είναι πολιτική στάση. Πρέπει να λειτουργεί σαν σειρήνα κινδύνου, όχι σαν μαξιλάρι. Ο κόσμος διψά για κάτι που να τον εμπνέει να σκεφτεί, να πράξει, να διεκδικήσει. Όχι απλώς να γελάσει.
ΔΔ: Πείτε μας δυο λόγια για την δημιουργία αγγλόφωνου περιεχομένου. Ποιες χώρες το παρακολουθούν περισσότερο.
Jo Di: Το αγγλόφωνο περιεχόμενο ξεκίνησε σχεδόν ταυτόχρονα με την ελληνική εκδοχή. Η ιδέα ήταν να μεταφέρω τα ελληνικά προβλήματα σε μια γλώσσα που θα μπορούσε να ξεπεράσει τα σύνορα. Όμως, σύντομα διαπίστωσα πως, όσο κι αν υπάρχει ανάγκη για διεθνή έκθεση, ο πραγματικός πόλεμος – η καθημερινή μάχη – ήταν εδώ. Στην Ελλάδα, με ελληνικούς κώδικες και αναφορές που δεν μεταφράζονται εύκολα για κάποιον που δεν ξέρει από πρώτο χέρι τι σημαίνει ελληνική πραγματικότητα.
Ωστόσο, σε θέματα που απαιτούν διεθνή προβολή – όπως, την περίοδο της πανδημίας, ή στο έγκλημα των Τεμπών – το αγγλόφωνο περιεχόμενο δεν σταμάτησε. Βγαίνουν ανά διαστήματα βίντεο, αφίσες ή άρθρα στα αγγλικά για να υπάρξει κάλυψη και πίεση έξω από τη χώρα. Σε ό,τι αφορά τις χώρες που παρακολουθούν περισσότερο, ξεχωρίζουν η Βρετανία, η Γερμανία, οι ΗΠΑ, η Αυστραλία και ο Καναδάς – κυρίως από ομογενείς αλλά και από πολίτες που ενδιαφέρονται για τα κοινά της Ευρώπης και τα ζητήματα δημοκρατίας.

ΔΔ: Γίνατε ευρύτερα γνωστός και αγαπητός όταν ασχοληθήκατε με τη δημιουργία περιεχομένου με τις μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις για τα Τέμπη. Είναι εκπληκτικό το πως οργανώσατε έναν ολόκληρο πλανήτη σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Πως το βιώσατε όλο αυτό και πόση σημασία είχε για εσάς να το βγάλετε 100% εις πέρας;
Jo Di: Το βίωσα ως καθήκον. Όχι από εκείνα που σου τα αναθέτει κάποιος άλλος, αλλά από εκείνα που γεννιούνται μέσα σου όταν δεν αντέχεις άλλο την αδικία. Το έγκλημα στα Τέμπη δεν ήταν ένα απλό δυστύχημα της κακιάς ώρας ή χώρας. Ήταν ένα σύμπτωμα της πλήρους αποσύνθεσης ενός κράτους που λειτουργεί εις βάρος των πολιτών του. Ένα τριπλό έγκλημα, με την συγκάλυψή του να συνεχίζεται ακόμα και σήμερα. Κι όταν είδα να επικρατεί μια συντονισμένη προσπάθεια φίμωσης, κατάλαβα ότι έπρεπε να συμβάλλω με όλες μου τις δυνάμεις σε αυτόν τον σκοπό.
Ο χρόνος πίεζε. Η δίψα για δικαίωση έβραζε. Έτσι γεννήθηκε η διεθνής καμπάνια, οι παγκόσμιες συγκεντρώσεις, το υλικό που μοιράστηκε σε όλες τις γλώσσες. Δεν ήμουν μόνος σ’ αυτό – υπήρξαν χιλιάδες άνθρωποι που μιλήσαμε, οργανωθήκαμε, μοιράστηκαν υλικό, συγκινήθηκαν, αγανάκτησαν για όλα όσα συμβαίνουν. Το ότι έγινε παγκόσμιο ήταν μια πράξη συλλογικής συνείδησης. Βγήκε εις πέρας γιατί δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Όταν κοιμάσαι το βράδυ και ακούς στο κεφάλι σου τις φωνές των γονιών που τους δολοφόνησαν τα παιδιά τους, δεν έχεις το δικαίωμα να σταματήσεις ούτε στιγμή.
ΔΔ: Θεωρείτε ότι μετά από όλο αυτό που έγινε και συνεχίζει να γίνεται, θα αλλάξει κάτι προς το καλύτερο στη χώρα μας; Οι ξένοι που είδαν τις συγκεντρώσεις πως το βίωσαν και τι λένε γι’ αυτό στο εξωτερικό.
Jo Di: Θέλω να πιστεύω πως ναι. Όχι γιατί εμπιστεύομαι τους θεσμούς ή την εκάστοτε κυβέρνηση – αλλά γιατί πιστεύω στον λαό που ξύπνησε. Το έγκλημα των Τεμπών ξύπνησε κάτι βαθύτερο: μια συλλογική επίγνωση ότι δεν μπορούμε να ζούμε πια με φόβο και παραίτηση. Αυτό δεν θα φέρει την αλλαγή από μόνο του, αλλά είναι η αρχή. Το αν θα αλλάξει κάτι εξαρτάται από το αν επιμείνουμε, αν σταθούμε όρθιοι, αν δεν ξεχάσουμε. Στο εξωτερικό, οι αντιδράσεις ήταν έντονες. Σοκ, απορία, θαυμασμός για τις κινητοποιήσεις. Πολλοί κατάλαβαν για πρώτη φορά το μέγεθος της διαφθοράς στην Ελλάδα, που δεν αποτυπώνεται σε ρεπορτάζ του BBC ή στους δείκτες του ΔΝΤ. Κατάλαβαν πως η Ευρώπη δεν είναι ένα ασφαλές, ομοιόμορφο πεδίο. Και ότι η δικαιοσύνη είναι ακόμη ένα προνόμιο στην Ελλάδα και όχι κάτι αυτονόητο.
ΔΔ: Ο κόσμος ψάχνει εναλλακτικά μέσα για την πληροφόρηση του έχοντας χάσει κατά πολύ το ενδιαφέρον του στα μεγάλα ΜΜΕ με όλα αυτά που βιώνει. Θα θέλατε στο μέλλον να ασχοληθείτε με αυτό το κομμάτι πιο ενεργά; (Με μια σατυρική εκπομπή ή με κάτι παρόμοιο).
Jo Di: Ναι, φυσικά! Ιδανικά… στο MEGA. Ή στον ΣΚΑΪ. Με διαφημίσεις για τράπεζες και υπουργούς να κάνουν guest κάθε Τρίτη. Χαχα, όχι δεν είναι στα πλάνα μου. Ίσως το μόνο “σατιρικό” εκεί είναι οι ειδήσεις και ο τρόπος που τις παρουσιάζουν. Αλλά πέρα από την πλάκα: ο κόσμος διψάει για κάτι που να μην τον υποτιμά. Κάτι που να μην φοβάται να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους και να του μιλάει όχι σαν καταναλωτή ή ψηφοφόρο, αλλά ως πολίτη. Αυτός είναι και ο λόγος που αποφάσισα να πάμε τη σάτιρα στη σκηνή. Γιατί υπάρχουν πράγματα που δεν χωράνε σε ένα reel ή ένα story και ένα post.
Στις 11 Μαΐου, στο Κύτταρο, ανεβαίνει η σατιρική μουσική παράσταση «ΑΙ σιχτίρ» – δύο ώρες σάτιρας, μουσικής και πολιτικής αποδόμησης. Ένα live που συνδυάζει την αλήθεια με το χιούμορ, το δάκρυ με την κραυγή. Με μπάντα, τραγουδίστρια, πρόζα και κομμάτια που γράφτηκαν μέσα στα πιο σκοτεινά και πιο φωτεινά ξημερώματα των τελευταίων ετών.
Δεν είναι απλώς μια παράσταση. Είναι μια αντίσταση με μελωδία. Και μια υπενθύμιση πως όσο υπάρχει κόσμος που γελάει κόντρα στο ψέμα, υπάρχει ελπίδα. Οπότε ναι, δεν θα με δείτε σύντομα στα μεγάλα κανάλια. Αλλά θα με βρείτε στο Κύτταρο, να τα λέω όπως πάντα… και μέχρι τέλους.
