Αποκλειστική συνέντευξη στη Δέσποινα Δημότση. Τεύχος 42, Μάρτιος 2024.

Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας του Όφφενμπαχ και περιχώρων, Αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας Ελληνικών Κοινοτήτων Γερμανίας Ο.Ε.Κ. Συνδικαλιστής στο Ver.di, μέλος του προεδρείου της περιοχής Φρανκφούρτης και Όφφενμπαχ και συγκεκριμένα στο τμήμα Τύπου και Χάρτου. Για πάνω από 10 χρόνια ήταν και μέλος της επιτροπής διαπραγματεύσεων για τις Συλλογικές Συμβάσεις.

Μέλος του Εργοστασιακού Συμβουλίου (Betriebsrat) στο Τυπογραφείο της Frankfurter Societäts Druckerei GmbH & Co. KG (Frankfurter Allgemeine Zeitung, Neue Presse, Frankfurter Rundschau, DIE ZEIT.) όπου και εργάζεται από το 1990 αρχικά σαν βοηθός και από το 1992 σαν χειριστής μηχανών ενθετοποίησης και πακετοποίησης.

Παντρεμένος με την Πελαγία Γαβριηλίδου (Γίτσα) και πατέρας δύο παιδιών, τον Τηλέμαχο και την Λυδία. Γεννήθηκε το 1965 στην Στουτγάρδη τότε Δ. Γερμανίας, από Έλληνες γονείς που ανήκουν στην 1η γενιά μεταναστών. Στα μέσα του 1969 πήγαν στην Ελλάδα, στην Αθήνα, όπου και πήγε σχολείο. Τελείωσε το Γενικό Λύκειο αργότερα και το Νυχτερινό Τεχνικό Λύκειο την Γνωστή Σαβαστοπούλειο Σχολή (δίπλα από το γήπεδο του Παναθηναϊκού) με κατεύθυνση Μηχανολόγος. Παράλληλα εργαζόταν και σαν βοηθός μηχανικός αυτοκινήτων. Μέσω της αριστείας πέρασε στα τότε ΤΕΙ Καβάλας από όπου κατάγονται και οι γονείς του. Προερχόμενος από λαϊκή φτωχή εργατική οικογένεια, ο δρόμος για την ξενιτιά και φυσικά για την Γερμανία φάνταζε σαν την μοναδική διέξοδο για επιβίωση.

Έτσι στις 18.10.1985 ημέρα Σάββατο και ώρα 11:30 π.μ. έφθασε αεροπορικώς στην Φρανκφούρτη μέσω Σόφιας με την τότε BALKAN AIR έχοντας ήδη το καλοκαίρι του 1984 κάνει μια επίσκεψη με λεωφορείο (MAGIK BUS) στην Φρανκφούρτη με στόχο να δει κατά πόσο υπάρχει η δυνατότητα για σπουδές και εργασία.

Από τον Οκτώβρη του 2000 μετακόμισαν στο Όφφενμπαχ όπου και ζούνε μέχρι και σήμερα.

ΔΔ: Έχοντας γεννηθεί στην Γερμανία μία πολύ διαφορετική εποχή από τη σημερινή, περιγράψτε μας τι έχει αλλάξει από το τότε στο σήμερα. Πως θυμάστε την παλιά ζωή σχετικά με την σημερινή.

ΜΚ: Μιλάμε για τα μέσα της δεκαετίας του 60 και συγκεκριμένα το 1965, μέχρι το 1970 όπου μετά χωρίς την δική μου συμφωνία με κατέβασαν στην Ελλάδα, στον παππού και την γιαγιά κάτι που τότε ήταν ένα σύνηθες φαινόμενο με ότι αυτό για ένα παιδί συνεπάγεται. Επομένως θα έλεγα πως για την περίοδο μέχρι την κάθοδό μου στην Ελλάδα πέρασα μια πολύ ωραία παιδική ηλικία με πολύ αγάπη και φροντίδα. Παράλληλα θυμάμαι πολύ καλά τις ημέρες στον παιδικό σταθμό μια και οι δύο γονείς μου δούλευαν με στόχο το συντομότερο δυνατό να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Αξίζει να σημειωθεί πως δεν ήξερα ελληνικά και πολλές φορές, από μαρτυρίες των γονιών, ρωτούσα τι γλώσσα μιλάνε και φυσικά με όσους φίλους οι ακόμη και συγγενείς, μιλούσαμε μόνο γερμανικά. Ένα άλλο που μέχρι και σήμερα με έχει σημαδέψει είναι τα ταξίδια στην Ελλάδα με τραίνο κάτι που ποτέ δεν μου άρεσε και που μέχρι και σήμερα τα τρένα δεν μου αρέσουν επομένως ήταν τραυματική εμπειρία. Άγχος, κούραση, συνωστισμός στα βαγόνια και φυσικά 24ωρα πολλά.

ΔΔ: Πως πήρατε την απόφαση έπειτα από σπουδές στην Ελλάδα να γυρίσετε στη Γερμανία. Είχε περισσότερες ευκαιρίες; Διότι όλοι γνωρίζουμε πως η Ελλάδα τη δεκαετία του 80 υπήρξε σε σχετική ανάπτυξη.

ΜΚ: Η λέξη «ανάπτυξη» χωράει πολύ συζήτηση. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου και μπορώ να κατανοώ μια σειρά από ζητήματα που αφορούν την ζωή μου όπως και την ζωή όλων μας ακούω την λέξη ΑΝΑΠΤΥΞΗ. Σίγουρα υπήρξε όπως και σήμερα υπάρχει κάποια ανάπτυξη, αν και όλα δείχνουν ότι θα ζήσουμε τα επόμενα χρόνια μία νέα οικονομική κρίση στη Γερμανία, την Ελλάδα, συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το ερώτημα όμως είναι για ποιόν και πως την μετράει κάποιος αυτήν. Το λέω αυτό γιατί όσο περνάει ο καιρός εγώ βλέπω πως ο πλούσιος γίνεται πλουσιότερος ενώ ο φτωχός φτωχότερος. Ταυτόχρονα δε, θα έλεγα πως με βάση τις δυνατότητες που μας δίνει η ίδια η εξέλιξη της τεχνολογίας και της επιστήμης, βασικά ζητήματα της ανθρωπότητας και κατά συνέπεια της πλειοψηφίας των συνανθρώπων μας παραμένουν να είναι πρόβλημα. Τέλος η αδυναμία της οικογένειάς μου να με στηρίξει οικονομικά μια που την ίδια περίπου περίοδο είχε αρχίσει και ο αδερφός μου τις σπουδές του, εγώ στα ΤΕΙ Καβάλας και ο αδερφός μου στην Λάρισα, και μη έχοντας άλλη επιλογή πήρα την απόφαση να δοκιμάσω στην Γερμανία. Κανείς δεν φεύγει από την χώρα του από μόνος του αφήνοντας πίσω φίλους, γνωστούς, συγγενείς, κυρίως οι οικονομικοί λόγοι αναγκάζουν κάποιον να πάρει μια τέτοια απόφαση. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο στην αρχή της μετανάστευσης προς την Γερμανία και εννοώ την δεκαετία του 60, οι περισσότεροι μετανάστες ήταν κυρίως από αγροτικές, φτωχές περιοχές κάτι το οποίο βέβαια στα χρόνια της οξυμένης κρίσης 2011 και μετά επιβεβαιώθηκε με τον πιο άσχημο τρόπο και μάλιστα προεκτάθηκε και από πολλούς μετανάστες ακόμη και από αστικά κέντρα. Με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να τονίσω πως η απόφαση κάποιου να μεταναστεύσει δεν είναι δείγμα αδυναμίας να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες και επομένως φυγή. Αντίθετα χρειάζεται κότσια και μεγάλη πίστη στον εαυτό σου όπως και πείσμα πως όποια δυσκολία και αν βρεθεί μπροστά σου, σε ένα ακόμη ξένο τοπίο, θα τα καταφέρεις να επιβιώσεις. Δεν μιλάω θα πετύχεις και αυτό το λέω με πολύ μεγάλη επίγνωση μια που στα σχεδόν 40 χρόνια που βρίσκομαι τώρα στην Γερμανία είδα αρκετά και αρνητικά περιστατικά που δεν είχαν το λεγόμενο Happy End, που πολύ θα ήθελαν ή ακόμη ονειρεύονταν. Άλλωστε, η εμπειρία δείχνει ότι δεν υπάρχουν παράδεισοι στον άδικο σύστημα που ζούμε, σε καμία δυστυχώς χώρα, και χρειάζεται συλλογικός αγώνας, διεκδίκηση των μεταναστών, μαζί με τους ντόπιους εργαζόμενους για να καταφέρουμε να ζήσουμε καλύτερα.

ΔΔ: Μιλήστε μας για το Ver.di . Τα συνδικαλιστικά σωματεία στη Γερμανία πόσο διαφορετικά είναι από την Ελλάδα. Και πόσο πιο αποτελεσματικά από την Ελλάδα σε σοβαρά θέματα που απασχολούν τους εργαζόμενους. Το εργατικό δίκαιο στη Γερμανία λειτουργεί διαφορετικά και επί το πλείστων υπέρ του εργαζόμενου. Δίνει πολλά δικαιώματα και διευκολύνσεις. Ισχύει αυτό; Και αν ναι τι συμβαίνει στην Ελλάδα και είμαστε τόσο πίσω σε αυτόν τον τομέα;

ΜΚ: Το ver.di είναι στην πραγματικότητα μια μεγάλη συνομοσπονδία συνδικάτων τέτοιων κυρίως παροχής υπηρεσιών και 2ο σε μέλη μετά την IG Metal. Η λογική και ο ρόλος της Σοσιαλδημοκρατίας είναι βαθιά ριζωμένα σε αυτά και ανάλογα είναι τα αποτελέσματα. Για να γίνω πιο κατανοητός, επικρατεί η λογική του κοινωνικού διαλόγου, του ότι πρέπει “να είμαστε πραγματιστές” επομένως ανάλογα να είναι και οι απαιτήσεις μας, που στο τέλος καταλήγουν να θέλουν να βάζεις πολύ όχι νερό στο κρασί σου αλλά το αντίθετο, στο νερό σου να βάζεις και λίγο κρασί. Αξίζει να σημειωθεί πως εάν κάποιος πραγματικά ρίξει μια ματιά και μελετήσει την ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος στην Γερμανία θα καταλάβει αμέσως τι εννοώ. Άλλωστε, η ύπαρξη μιας ολόκληρης νομοθεσίας για το πως πρέπει να λειτουργούν τα εργοστασιακά συμβούλια (Betriebsrat) και μάλιστα μοναδικό φαινόμενο σε ολόκληρο τον κόσμο, δηλαδή ύπαρξη μιας ολόκληρης νομοθεσίας, (Betriebsverfassungsgesetz) που καθορίζει τα δικαιώματα αυτού του εκλεγμένου συνδικαλιστικού οργάνου, αλλά και τις σχετικές υποχρεώσεις της εργοδοσίας απέναντι σε αυτό, λέει πολλά. Όσο τα διάφορα συνδικάτα δεν θα έχουν πραγματικό ταξικό χαρακτήρα και παραμένουν να είναι μόνο συν διαχειριστές της αρνητικής κατάστασης των εργαζομένων, ανάλογα αρνητικά θα είναι και τα αποτελέσματα αυτών όπου και αν αυτά δρουν, Ελλάδα ή Γερμανία δεν έχει σημασία.

Με σιγουριά θα έλεγα πως μετά την ένωση της Γερμανίας οι κατακτήσεις των εργαζομένων πάνε από το κακό στο χειρότερο. Το εργατικό δίκαιο που βασίζεται σε νόμους που κάποιο όργανο νομοθετεί, (η Βουλή στην Ελλάδα, το Bundestag στην Γερμανία), αντικατοπτρίζει τους ανάλογους συσχετισμούς. Όσο η εργοδοσία θα εκφράζεται πολύ περισσότερο από το όργανο που νομοθετεί τόσο λιγότερα θετικά έχουν να περιμένουν οι εργαζόμενοι από μια τέτοια νομοθεσία. Η ίδια η ζωή μας έχει δείξει πως η δικαιοσύνη όχι μόνο τυφλή δεν είναι αλλά αντίθετα εθελοτυφλεί εκεί που αυτή θέλει και θεωρεί δίκαιο. Αλήθεια το τι είναι δίκαιο ποιος το καθορίζει; Οι απαιτήσεις μας για μια καλύτερη ζωή και όρους, θα πρέπει να καθορίζονται με βάση το τι έχει την διάθεση να δώσει η εργοδοσία; ή το τι έχουμε σαν εργαζόμενοι ανάγκη; Είμαι της άποψης πως αν θέλει κάποιος “να κάνει ομελέτα πρέπει να σπάσει τα αυγά”, δηλαδή να έρθει σε ρήξη και κατά συνέπεια να διεκδικήσει, διαφορετικά θα δουλεύαμε ακόμη και σήμερα από την ανατολή μέχρι την δύση του ήλιου. Τέλος θα πρέπει όλοι μας να απαντάμε το απλό ερώτημα. Ο κάθε ένας από εμάς παρέλαβε κάτι από την προηγούμενη γενιά, εγώ τι θα παραδώσω; Κάτι καλύτερο ή κάτι χειρότερο; Και με την ευκαιρία αυτή να ξεκαθαρίσουμε και κάτι που πολύ συχνά ακούω, «οι νέοι σήμερα είναι διαφορετικοί, δεν είναι όπως είμασταν εμείς, δεν τους ενδιαφέρει τίποτα». Απόψεις πέρα για πέρα λανθασμένες, μα το κυριότερο τέτοιου είδους απόψεις εκφράζουν μόνο αυτοί που είναι της άποψης πως δεν φέρνουν καμία ευθύνη για το ποιος αλήθεια τα διαπαιδαγώγησε αυτά τα παιδιά αν είναι έτσι, που όπως είπα δεν συμφωνώ. Είναι απόψεις που εκφράζουν μέλη μιας κοινωνίας που δεν φέρνουν ευθύνη για τίποτα και μάλιστα όλοι οι άλλοι πρέπει να κάνουν κάτι εκτός από αυτούς τους ίδιους. Εγώ πιστεύω ότι “η νέα γενιά έχει ιδανικά, ούτε ξεπουλιέται, ούτε προσκυνά”, όπως λέει και ένα από τα συνθήματα που έλεγαν οι νέες και οι νέοι για το έγκλημα στα Τέμπη στους δρόμους της χώρας μας και είμαστε πολύ χαρούμενοι που τέτοια συνθήματα ακούστηκαν και έξω από την Ελληνική Πρεσβεία και τα Προξενεία και τη Γερμανία.

ΔΔ: : Να περάσουμε στις Ελληνικές Κοινότητες και τον Απόδημο Ελληνισμό. Πόσο έχουν βοηθήσει τους Έλληνες να κρατήσουν την ταυτότητα τους και τα έθιμα τους οι κοινότητες, γενικά, του εξωτερικού όλα αυτά τα χρόνια

ΜΚ: Από την πρώτη στιγμή που ήρθαν στην Γερμανία οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες αισθάνθηκαν την ανάγκη να φτιάξουν την δική τους γωνιά, στέκι θα έλεγα ώστε να μπορούν να συναντιόνται να μαθαίνουν νέα αλλά και στην συνέχεια αναγκαστικά να οργανωθούν ώστε να μπορέσουν από κοινού να αντιμετωπίσουν τα όχι και λίγα προβλήματα που είχαν να αντιμετωπίσουν. Επομένως έγιναν στέκι αλλαγής πληροφοριών αρχικά, που στην συνέχεια όμως και χώροι προβληματισμού ώστε μαζί και όχι ο κάθε ένας από μόνος του να λυθούν ζητήματα όπως για παράδειγμα:

· Εκμάθηση γερμανικών

· Μεταφράσεις ντοκουμέντων

· Συμπλήρωση διαφόρων αιτήσεων

· Αργότερα για τα παιδιά τους η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, χορών και εθίμων μια που το ελληνικό κράτος τους είχε και έχει αφήσει στο έλεός τους.

ΔΔ : Μιλήστε μας για την Κοινότητα της πόλης σας, του Όφφενμπαχ. Έχει πολλά μέλη; Δραστηριοποιείται αρκετά;

ΜΚ : Η κοινότητά μας σήμερα έχει γύρω στις 250 οικογένειες μέλη, αριθμός πολύ μικρός μια που ο ελληνικός πληθυσμός στην πόλη μας μαζί με τα πολύ κοντινά περίχωρα είναι πάνω από 10.000. Από το 1972 που ιδρύθηκε η κοινότητά μας από όλα τα Διοικητικά Συμβούλια γίνεται μια προσπάθεια, στην βάση πάντα της εθελοντικής εργασίας να αντιμετωπιστούν όλα τα ζητήματα που απασχολούν τον ελληνισμό της περιοχής μας. Παράλληλα τα τελευταία 20 χρόνια θα έλεγα πως η Κοινότητά μας έπαψε να ασχολείται μόνο με ζητήματα που έχουν άμεση σχέση με την Ελλάδα αλλά απεναντίας προσπαθεί και κατά την άποψή μου πρέπει να παίρνει θέση και για όλα τα άλλα ζητήματα που απασχολούν και τον λαό της ίδιας της χώρας όπου ζούμε και εργαζόμαστε. Τα προβλήματα είναι κοινά και μάλιστα σήμερα που έχουμε φθάσει στην 4η γενιά Ελλήνων μεταναστών είναι μεγάλη ανάγκη και υποχρέωση θα έλεγα οι Κοινότητες να είναι διεκδικητικές όχι μόνο απέναντι στις ελληνικές αρχές αλλά και στις γερμανικές μια που εδώ εργάζονται και φορολογούνται. Και στο σημείο αυτό ξεκινάνε και τα προβλήματα.

Ποιος είναι σε θέση όχι μόνο να κάνει παράπονα, να ασκεί κριτική που σωστό είναι, αλλά πολύ περισσότερο να μπει μπροστά να ασχοληθεί με τα κοινά να αφιερώσει χρόνο, να συγκρουστεί με προκαταλήψεις και αντιλήψεις όπως:

· Έλα βρε αδερφέ εσύ θα βγάλεις τι φίδι από την τρύπα;

· Και εσύ τι κέρδος έχεις από όλα αυτά;

· Μην εκδηλώνεσαι, κράτα και καμιά πισινή δεν ξέρεις καμιά φορά

Και φυσικά όλα τα παραπάνω πρέπει να τολμήσεις να τα συνδυάσεις με το πολιτικό περιεχόμενο και ρίζα του κάθε προβλήματος. Είμαι της άποψης πως δεν υπάρχει στιγμή της ανθρώπινης ζωής που να μην έχει σχέση με την πολιτική. Τίποτα δεν είναι γενικό και αόριστο, απεναντίας πρέπει να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους και κατά συνέπεια τα λόγια μας να συνοδεύονται από πράξεις με κύριο και μοναδικό θα έλεγα γνώμονα το κοινό καλό και όχι το ατομικό συμφέρον πολύ περισσότερο δε όταν αυτό γίνεται πατώντας πάνω σε πτώματα.

ΔΔ: Τα τελευταία χρόνια η Γερμανία βιώνει μία σχετική ύφεση που φαίνεται να την έχει συμπαρασύρει και αυτήν μετά από πολλές άλλες χώρες που είχε ξεκινήσει η κρίση. Πως το σχολιάζετε αυτό; Τι σημαίνει ύφεση στην οργανωμένη Γερμανία για έναν νέο μετανάστη; Τι θα συμβουλεύατε, με βάση την τωρινή κατάσταση, κάποιον που θέλει να μεταναστεύσει σήμερα; Αξίζει να το ρισκάρει;

ΜΚ: Είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο η Γερμανία σαν χώρα και οικονομία να βιώνει και αυτή μια ύφεση μια που είναι κομμάτι ενός συγκεκριμένου οικονομικού συστήματος που έχει στο DNA του τέτοιες κρίσεις. Επομένως και η Γερμανία ανάλογα με την δύναμη της οικονομίας της δέχεται και τις διάφορες δονήσεις και αυτή με την σειρά της για να τις ξεπεράσει προσπαθεί να τις μεταφέρει σε κάποιον άλλον, δηλαδή πρώτα από όλα στους εργαζόμενους στη Γερμανία. Μάλιστα όλα αυτά που περιέγραψα παραπάνω γίνονται σήμερα και ανάμεσα σε «συμμάχους» βλέπε Ευρωπαϊκή Ένωση, ΝΑΤΟ, όπου αυτοί που έχουν την εξουσία σε κάθε χώρα, οι λίγοι, το κεφάλαιο -επιτρέψτε μου την επιστημονικά τεκμηριωμένη έκφραση- προσπαθεί να βγει κερδισμένο στον ανταγωνισμό. Όλα τα παραπάνω για τον απλό εργαζόμενο σημαίνει παραπέρα μείωση της αξίας της εργατικής του δύναμης, παραπέρα μείωση το όποιων παροχών από το κράτος έχουν απομείνει, πολύ περισσότερο δε μετά την ανατροπή των πρώην σοσιαλιστικών κρατών.

Η Γερμανία του 80 δεν έχει καμία πλέον σχέση με την Γερμανία του σήμερα. Ο μύθος της Γερμανίας ότι όλα λειτουργούν ρολόι και μάλιστα ότι τα μάρκα τότε και τα ευρώ σήμερα μπορεί να τα μαζέψει κανείς από τα δένδρα δεν ήταν ποτέ πραγματικότητα. Και εδώ στην Γερμανία υπάρχει η εκμετάλλευση και μάλιστα θα έλεγα πως μεταξύ Ελλήνων πολύ περισσότερο. Επομένως αυτό που λέει ο σοφός λαός «όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι» είναι απόλυτα σωστό. Σε καμιά περίπτωση κατά την γνώμη δεν μπορούμε να πούμε γενικά ή και ακόμη να προτείνω σε κάποιον που παίζει με την σκέψη να έρθει ή όχι να του πω απλά ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ. Η κάθε μια περίπτωση είναι διαφορετική, αυτό όμως που με σιγουριά μπορώ να πω είναι πως αν κάποιος θέλει να το κάνει πρέπει πρώτα από όλα να το αποφασίσει ό ίδιος και να μην το βάλει κάτω με την πρώτη δυσκολία. Γιατί δυσκολίες θα υπάρχουν και όσο περνάει ο καιρός ακόμη περισσότερο.

Από ermag

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *